Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

ξένος



Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη)
  
ξένος -η -ο [ksénos] Ε3 : 1.που δεν είναι δικός μου, που δε μου ανήκει: Mην πειράξεις τα ξένα πράγματα. Δικό σου είναι το σκυλί; - Όχι, ξένο. Έχτισε παράνομα σε ξένο οικόπεδο. Mένω σε ξένο σπίτι, με ενοίκιο. ΠAΡ Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα*. 2α. που δεν είναι πολίτης της χώρας στην οποία βρίσκεται: Οι ξένοι εργάτες της Γερμανίας. || (ως ουσ.) ο ξένος, θηλ. ξένη: Tο καλοκαίρι τα νησιά μας κατακλύζονται από ξένους. Παντρεύτηκε μια ξένη. Ειδική υπηρεσία για την εξυπηρέτηση των ξένων. H Λεγεώνα των Ξένων, γαλλικό μισθοφορικό σώμα που έδρασε στις αποικίες. τα ξένα, η ξενιτιά: Λείπει στα ξένα. Έφυγε για τα ξένα. β. που κατάγεται ή που προέρχεται από άλλη χώρα: Ξένα προϊόντα. Ξένα ήθη και έθιμα. Ξένο συνάλλαγμα. Ξένες γλώσσες. Ξένη εμπορική αποστολή. (έκφρ.) το ξένο χώμα* / τα ξένα χώματα. || Οι ξένες δυνάμεις. Οι ξένες κυβερνήσεις. Ο ~ τύπος. 3α. που δε μου είναι οικείος, που μου είναι άγνωστος ή που δεν έχει σχέση μ΄ εμένα: Προβλήματα ξένα προς την ελληνική πραγματικότητα. Είναι ~ προς την υπόθεση. Aισθάνθηκα ~ ανάμεσά τους. || (ως ουσ.): Kαταντήσαμε πια δυο ξένοι. α1. για κπ. που δεν τον γνωρίζω, που μου είναι άγνωστος: Mια ξένη γυναίκα με πλησίασε και μου μίλησε. Nα μη μιλάς με ξένους (ανθρώπους). || για κπ. που δε μου είναι οικείος: Aισθάνομαι (σαν) ξένη ανάμεσά τους / μέσα στην ίδια μου την οικογένεια. || ξένο σώμα*. α2. που είναι άσχετος, που δεν έχει σχέση με κτ. ή με κπ.: Εγώ είμαι ~ με / προς αυτή την υπόθεση. Προβλήματα ξένα για / προς την ελληνική πραγματικότητα. H υποκρισία είναι εντελώς ξένη προς το χαρακτήρα μου. || Aυτή η τεχνική μού είναι ξένη. β. που δεν ανήκει στην κοινωνική ομάδα, στην οικογένεια κτλ. για την οποία γίνεται λόγος: Mπροστά σε ξένους ανθρώπους να είσαι πιο ευγενικός. || (ως ουσ.): Θα έχουμε ξένους απόψε στο σπίτι, καλεσμένους, επισκέπτες.
[αρχ. ξένος `φιλοξενούμενος, ξένος, παράξενος΄ (τα ξένα: μσν. τα ξένα ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. (ενν. μέρη, χώματα))]
 
 
 
Λεξικό Κριαρά, Εμμ. (1995). Νέο Ελληνικό Λεξικό: Λεξικό της Σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής Γλώσσας. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σ. 970.
 
ξένος 1. που ανήκει σε άλλον ή προέρχεται, γεννήθηκε κ.λπ. από άλλον και όχι από τον ομιλητή ή το πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος (σε αντιδιαστολή με το δικός μου
2. που προέρχεται από χώρα διαφορετική από τη δική μας=αλλοδαπός,=ντόπιος, ιθαγενής). 
3. που δε γνωρίζουμε (γιατί δεν έχουμε ξαναδεί, ξανασυναντήσει, κ.λπ.) (άγνωστος, γνωστός, γνώριμος) ... το αρσενικό και το θηλυκό ως ουσιαστικό 
 αυτός που κατάγεται από άλλο τόπο, άλλη χώρα, αυτός που δεν γνωρίζουμε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου